Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Για ένα ορθό πλαίσιο συζήτησης περί δραχμής



Με τη γνωστή συνέντευξή του στην Καθημερινή, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, ο κατεξοχήν αρμόδιος για την προστασία του νομίσματος, έγινε ίσως άθελά του το πρόσωπο που άνοιξε την επίσημη συζήτηση για την επαναφορά της δραχμής. Η συζήτηση αυτή άνοιξε όμως με το χειρότερο δυνατό τρόπο: Κινδυνολογικά, εκβιαστικά, χωρίς την αναμενόμενη, όσο και αναγκαία τεχνοκρατική ουδετερότητα.
Στην πραγματικότητα, δεν γνωρίζουμε τι ακριβώς θα συμβεί, εάν επιστρέψουμε στη δραχμή. Κάνουμε μόνον υποθέσεις, διότι δεν υπάρχει ανάλογη εμπειρία στο παρελθόν. Μια που άνοιξε, όμως, η σχετική συζήτηση, τότε πρέπει αυτή να γίνει σωστά – τεχνοκρατικά και πολιτικά σωστά.
Το πρόβλημα της έλλειψης χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας έχει μπροστά του τρεις επιλογές ως πιθανές λύσεις.
Η πρώτη είναι η με διάφορους τρόπους συνέχιση της σημερινής χρηματοδοτικής και οικονομικής κηδεμονίας της Ελλάδας. Δεν πρόκειται ακριβώς για “λύση”, μια που ακριβώς αυτή η “λύση” του Μνημονίου επέφερε τα σημερινά προβλήματα. Δεν είναι “λύση”, αλλά είναι το ίδιο το πρόβλημα.
Η δεύτερη λύση είναι μια υγιής συμφωνία ειλικρινούς αλληλεγγύης με τους εταίρους στην Ε.Ε. για προσωρινή χρηματοδότηση της Ελλάδας από τα κράτη της ευρωζώνης, χωρίς καταστροφικά για την οικονομία μέτρα. Η λύση αυτή προϋποθέτει άρση της σημερινής χρηματοδοτικής κηδεμονίας και παύση της επιβολής νέων μέτρων υπό τη δαμόκλειο σπάθη της χρεοκοπίας – η οποία καταστρέφει συνεχώς το οικονομικό κλίμα.
Δυστυχώς η δεύτερη αυτή, ιδανική λύση δεν είναι 100% στο χέρι της Ελλάδας. Πρέπει να συναινέσουν και οι εταίροι, ιδίως η Γερμανία, η οποία, νιώθοντας απειλούμενη στον διεξαγόμενη αφανή νομισματικό πόλεμο, αμύνεται αυξάνοντας το κόστος της “διάσωσης” των “προβληματικών” χωρών τόσο, ώστε η “διάσωση” να μην αποτελεί ελκυστική επιλογή. Αν και η επίλυση του ελληνικού προβλήματος θα αποτελούσε την απαρχή της επίλυσης όλου του προβλήματος της ευρωζώνης, Δεν είναι βέβαιο ότι είναι εφικτή η αλλαγή της γερμανικής στάσης και η δεύτερη αυτή, ιδανική λύση.
Τρίτη λύση αποτελεί ακριβώς η δραχμή. Γιατί όμως η δραχμή να αποτελεί λύση;
α) Υπό συνθήκες ενδεχόμενης αναγκαστικής αναστολής εξυπηρέτησης του (τουλάχιστον εξωτερικού) χρέους, θα επιτρέψει τη μερική νομισματική χρηματοδότηση της οικονομίας στο εσωτερικό της χώρας. Νομισματική χρηματοδότηση έγινε ήδη από το 2008-2009 με σχετική επιτυχία στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, αλλά δεν τη θέλει για την Ευρώπη η Γερμανία. Νομισματική χρηματοδότηση σημαίνει, ότι το χρήμα που εξαφανίζεται λόγω της κρίσης, αντικαθίσταται με έκδοση νέου (είτε πραγματικού είτε λογιστικού) χρήματος από την Κεντρική Τράπεζα.
β) Θα επιτρέψει τη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από την Τράπεζα της Ελλάδος χωρίς να υπάρχουν οι αναπόφευκτες δεσμεύσεις που διέπουν τη λειτουργία μιας υπερεθνικής κεντρικής τράπεζας. Η μέριμνα μιας εθνικής Κεντρικής Τράπεζας για το εθνικό τραπεζικό σύστημα θα είναι αποκλειστικά προσανατολισμένη στις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες του εθνικού τραπεζικού συστήματος.
γ) Θα επιτρέψει την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, μέσω της ελεύθερης διακύμανσης της ισοτιμίας του νομίσματός της. Η καταστροφική πολιτική που ακολουθήθηκε στα χρόνια του Μνημονίου, αποσκοπούσε ακριβώς στην “εσωτερική υποτίμηση” της οικονομίας της Ελλάδας. Προτιμότερη θα ήταν μια καθ’ όλα φυσιολογική νομισματική υποτίμηση, η οποία θα δώσει την αναγκαία αναπτυξιακή ώθηση στην οικονομία, χωρίς καταστροφικές επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων.
Ο κ. Προβόπουλος ισχυρίζεται ότι μια υποτίμηση της τάξεως του 60-70% θα είναι καταστροφική για την οικονομία. Όμως, το μόνο ιστορικό παράδειγμα αντίστοιχης τάξεως υποτίμησης που έχουμε, η εξαιρετικά επιτυχημένη υποτίμηση του 1953 από την κυβέρνηση Παπάγου-Μαρκεζίνη, συνηγορεί ακριβώς προς την αντίθετο συμπέρασμα.
Από την άλλη, εάν η οικονομία μας έχει έλλειμμα ανταγωνιστικότητας τέτοιο, ώστε ένα εθνικό νόμισμα θα υφίστατο τέτοια υποτίμηση, τότε είναι φανερό ότι το πρόβλημα υπάρχει σήμερα, που δεν γίνεται υποτίμηση και όχι αύριο, εάν γίνει υποτίμηση.
Σε κάθε περίπτωση, το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, δεν είναι τόσο υψηλό, όσο ανέφερε στην συνέντευξή του ο κ. Προβόπουλος. Το έλλειμμα αυτό μπορεί να καλυφθεί και εντός ευρώ χωρίς “εσωτερική υποτίμηση”, εάν η χώρα χρηματοδοτείται ομαλά και αυξήσει την παραγωγικότητά της, μειώνοντας π.χ. την καταστροφική από όλες τις απόψεις γραφειοκρατία – φορολογική και μη.
Συμπέρασμα
Αργά ή γρήγορα, οι εσωτερικές αντιδράσεις θα αναγκάσουν την Ελλάδα να σταματήσει να εφαρμόζει τη σημερινή “λύση” της χρηματοδότησης μέσω κηδεμονίας. Και όσο οι εταίροι δεν πείθονται για την ανάγκη επίδειξης αληθινής αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, τότε η τρίτη λύση, της δραχμής, θα έρχεται όλο και πιο έντονα στην επικαιρότητα.
Μπορεί, κατά τη μετάβαση στη δραχμή, να μην συμβούν όσα αναφέρει ο κ. Προβόπουλος στη συνέντευξή του; Μπορεί. Αρκεί να υπάρξει σωστή προετοιμασία και σωστή μετάβαση. Πρέπει όμως να ληφθούν υπόψη τα πραγματικά συμφέροντα της χώρας – όχι τα συμφέροντα των δανειστών της, που πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσουν ότι, μακροπρόθεσμα, τα συμφέροντα της χώρας ταυτίζονται με τα δικά τους.
Η ομαλή μετάβαση προϋποθέτει, κυρίως, το ζήτημα να μην συζητείται επί μακρόν και πάντως όχι με καταστροφολογικούς όρους. Η κινδυνολογική συζήτηση όχι μόνον δεν αποτρέπει τη μετάβαση στη δραχμή, αλλά θα τη φέρει μια ώρα αρχύτερα και μάλιστα σε συνθήκες καταστροφής. Εάν, αντιθέτως, η συζήτηση διεξαχθεί με τεχνοκρατική ουδετερότητα (όχι μόνον κατ’ επίφαση) και νηφαλιότητα, η χώρα θα μπορούσε, είτε να επιτύχει να παραμείνει στο ευρώ, είτε να μειώσει τα αρνητικά και να μεγιστοποιήσει τα θετικά από μια ενδεχόμενη μετάβαση σε εθνικό νόμισμα.

kostasxan.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου